Πέμπτη 9 Αυγούστου 2012

Σαν σήμερα, 9 Αυγούστου 1943: η πρεμιέρα του αντάρτικου αεροδρόμιου

* Από το βιβλίο του Απόστολου Στρογγύλη "Το αντάρτικο αεροδρόμιο – Η μοιραία αερογέφυρα της Εθνικής Αντίστασης" (Εκδόσεις Γλάρος, β’ έκδοση, 1988)

Το «φάντασμα» του βουνού
Αύγουστος 1943. Ο ήλιος γέρνει στις ψηλές βουνοκορφές, δυτικά του υψιπέδου της Νευρόπολης. Είναι το μέρος που σήμε­ρα απλώνει ήσυχα τα νερά της η τεχνητή λίμνη του Μέγδοβα (Πλαστήρα). Υψόμετρο 800 μέτρα. Απόσταση 25 χιλιόμετρα από την Καρδίτσα και σε ευθεία γραμμή τα μισά.
Ετούτη την αυγουστιάτικη μέρα του 1943, η περιοχή αυτή έχει τρία προνόμια:
1.    Η πόλη της Καρδίτσας είναι «η πρώτη ελεύθερη πόλη της Ευρώπης», όπως το είπε το Β.B.C. Και είναι από το Μάρτη 1943. Τρεις περίπου μήνες πριν, ο Γοργοπόταμος άστραψε στη σκλαβωμένη Ευρώπη.
2.     Η περιοχή ολόκληρη, μαζί με την πόλη, αποτελούν την οικονομική και πολιτική καρδιά της Ελεύθερης Ελλάδας, από την οποία αποσύρθηκαν οι κατακτητές κάτω από την πίεση και τα χτυπήματα των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Είναι κόμβος που οδηγεί προς Ρούμελη, προς Ήπειρο, προς Μακεδονία κι από τον κάμπο της Θεσσαλίας, προς τα νησιά του Αιγαίου.
3.     Στο χώρο αυτό, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Καρδίτσα, στο υψίπεδο της Νευρόπολης, «στήθηκε» το αντάρτικο αεροδρόμιο.

Αυτό το σούρουπο, που ο ήλιος γέρνει πίσω από τις κορυφές της Πίνδου, το ημερολόγιο γράφει 9 Αυγούστου. Σήμερα είναι η πρεμιέρα του αντάρτικου αεροδρομίου. Θα λειτουργήσει για πρώτη φορά. Πρόκειται να προσγειωθεί σ' αυτό ένα αεροπλάνο, που ξεκίνησε κιόλας από το Κάιρο. Πετάει τώρα πάνω από τη Μεσόγειο και θα φθάσει σε μερικές ώρες.
Ο Άγγλος λοχαγός Ντένις Χάμσον, της Αγγλικής Αποστολής, πήρε σήμα από το Κάιρο, ότι στις 10 το βράδυ θα γίνει η προσγείωση. Τον ασύρματο τον έχει στο σπίτι του Πλαστήρα, στη Νεράιδα, όπου και το στρατηγείο του. Είναι 3-4 χιλιόμετρα πιο πάνω από το αεροδρόμιο. Εκεί μένει.
Το Κάιρο, το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής δηλαδή, ρώτησε, αν όλα είναι εντάξει για την προσγείωση. Και ο Ντένις, λίγο ανυπόμονος, λίγο ενθουσιώδης και αυθόρμητος, μικρόσωμος και με γενειάδα ξανθιά και αρκετά πλούσια, απάντησε: Οκέι. Όλα εντάξει. Ως ότου φθάσει το αεροπλάνο, ας πούμε λίγα για το αεροδρόμιο.
Κατασκευάστηκε στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1943. Οι μηχανικοί Α. Σαμουλίδης, Γ. Κουβαριτάκης και Γ. Βλάβος έκαμαν τα σχέδια. Αντάρτες και χωρικοί και στελέχη της ΕΑΜμικής Οργάνωσης της περιοχής (Γιάννης Λιασκοβίτης και άλλοι) δούλεψαν σκληρά και συστηματικά για τη διαμόρφωση του χώρου και τη δημιουργία του διαδρόμου προσγείωσης. Την επίβλεψη του έργου είχε ο λοχαγός Ντένις.
Η Νεράιδα (υψόμετρο 1.200 μ.) είναι το παραθεριστικό κέντρο της προπολεμικής Καρδίτσας. Είχε γίνει με πρωτοβουλία του Πλαστήρα, στη δεκαετία του 1930. Στη βίλλα του, που είναι διώροφη και πολύ όμορφη, σε θέση που βλέπει όλο το υψίπεδο της Νευρόπολης και στο βάθος το θεσσαλικό κάμπο, έμεινε, όπως είπαμε, ο λοχαγός Ντένις με τους συνεργάτες του.
Οι εργασίες κατασκευής του αεροδρομίου γίνονται κάτω από τη μύτη των κατακτητών. Με τα αεροπλάνα τους κάνουν αναγνωριστικές πτήσεις και ο στρατός τους είναι δίπλα στα Τρίκαλα, απ' όπου κάθε τόσο εξορμάει στην Καρδίτσα και τον κάμπο. Πιο πέρα, στη Λάρισα, είναι η έδρα της Μεραρχίας Πινερόλο. Σε λίγα λεπτά, τα αεροπλάνα τους φθάνουν πάνω από τα κεφάλια μας. Και, όχι λίγες φορές, μας χτυπούν με τα μυδράλλια.
Ο χώρος της Νευρόπολης έχει για τον κατακτητή σημασία, καθώς είναι και πεδίο ρίψεων. Ο στρατός κατοχής προσπαθεί με τρεις τρόπους να έχει πληροφορίες γι' αυτόν το χώρο:
1. Με ανθρώπους, που σπάνιζαν.
2. Με αναγνωριστικές πτήσεις αεροπλάνων την ημέρα (για την εντόπιση του διαδρόμου).
3. Με νυκτερινές αεροπορικές περιπολίες, για να το «δει» σε λειτουργία, με το φωτισμό του.
Στη διάρκεια της κατασκευής του τραυματίστηκαν μερικοί χωρικοί και αντάρτες, που δούλεψαν εκεί, από μυδράλλια των αεροπλάνων. Τίποτε όμως περισσότερο δε μπόρεσαν ν' ανακαλύψουν. Κι αυτό, γιατί το αεροδρόμιο είναι ένα «φάντασμα». «Φυτρώνει» τη νύχτα, κι εξαφανίζεται την ημέρα.
Μόλις χαράξει, ειδικό τμήμα του ΕΛΑΣ «στήνει» δέντρα στο χώρο του διαδρόμου. Έτσι το τοπίο διατηρεί τη φυσιογνωμία του και τα αναγνωριστικά αεροπλάνα, στις ημερήσιες πτήσεις τους, δεν μπορούν να διακρίνουν πουθενά διάδρομο αεροδρομίου.
Την ώρα που ο ήλιος γέρνει, κι έρχεται το σούρουπο, τα δέντρα «αποκαθηλώνονται» και η πίστα είναι έτοιμη (αν υπάρχει ειδοποίηση) να λειτουργήσει τις νυκτερινές ώρες. Νυκτερινό ήταν άλλωστε το αεροδρόμιο.
Την άλλη μέρα, ξανά τα δέντρα στη θέση τους κι αν ξηραίνονταν, οι αντάρτες έκοβαν άλλα.
Το πόσο καλά έχουν γίνει όλα αυτά και πόσο τέλεια καμουφλάρεται το αεροδρόμιο, τα δείχνει το εξής περιστατικό:
Λίγες μέρες πριν από την προσγείωση του πρώτου αεροπλάνου, που είναι προγραμματισμένη γι' απόψε, πετάει πάνω από το αεροδρόμιο ένα περίεργο αεροπλάνο. Δεν είναι βραδιά για ρίψη, ούτε κάποια ειδοποίηση υπάρχει στους Άγγλους. Το θεωρούμε εχθρικό. Ψάχνει, λέμε. Σε λίγο χάνεται. Έρχεται, όμως, από το Κάιρο, στον Ντένις, την άλλη μέρα, ένα σήμα με ανησυχίες για το αεροδρόμιο. Το αεροπλάνο που έψαχνε ήταν αγγλικό. Το τι έψαχνε τη νύχτα εκείνη, θα μας το πει ο αρχηγός της Αγγλικής Αποστολής στα Βουνά, Ταξίαρχος Έντυ, αρκετά χρόνια αργότερα. Στο βιβλίο του («Η Ελληνική περιπλοκή» σελ. 231) γράφει:


«Μια βδομάδα πριν έρθει το αεροπλάνο που περιμέναμε, η RAF έστειλε απροειδοποίητα ένα αναγνωριστικό από τη Μέση Ανατολή για να πάρει φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες εμφανίστηκαν και μελετήθηκαν στο Κάιρο και σχετικά μ' αυτές οι παράγοντες του Καΐρου μας έστειλαν μια πλήρη έκθεση μ' ένα σήμα. Μας συνέχαιραν για την πρόοδο που είχαμε επιτελέσει, αλλά παρατηρούσαν ότι στο έδαφος υπήρχαν ακόμα μερικά εμπόδια που έμοιαζαν με θημωνιές και μερικές συστάδες από θάμνους, που θάπρεπε να καθαριστούν.
Οι θημωνιές ήταν μια σειρά από κάρρα καμουφλαρισμένα με άχυρο και οι συστάδες των θάμνων, τα δέντρα που είχε ξαναφυτέψει ο Ντένις! Συγχαρήκαμε τον εαυτό μας για την επιτυχία του καμουφλάζ του Ντένις. Είχε καταφέρει να ξεγελάσει τους εμπειρογνώμονες του Καΐρου, οι οποίοι, εν καιρώ, ζήτησαν συγγνώμην για το λάθος τους και μας συγχάρηκαν γι' άλλη μια φορά».
Δεν τα είχε ακριβώς ξαναφυτέψει ο Ντένις, βέβαια. Το καμουφλάζ δεν ήταν δική του ιδέα ή μόνο δική του.
Τρεις μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 6 Αυγούστου, στο αεροδρόμιο περιμένουν έναν Άγγλο αλεξιπτωτιστή. Είναι όλα έτοιμα και λειτούργησαν καλά.
Μόλις ακούστηκε ο βόμβος του αεροπλάνου, άναψαν οι προσδιορισμένες φωτιές από το προσωπικό του αεροδρομίου (Ελασίτες) με επικεφαλής τον Φρίξο (Βασίλη Κρομμύδα) από το Νεχώρι. Στον ουρανό δεν άργησε να φανεί το αλεξίπτωτο μέσα στο φως του φεγγαριού. Και σε λίγο ο Άγγλος αλεξιπτωτιστής προσγειωνόταν στο διάδρομο του αεροδρομίου. Τη στιγμή εκείνη παραπάτησε και στραμπούλιξε το πόδι του. Ήταν ο Φρέντι Ρόδερχαμ, ειδικός για τον έλεγχο του εδάφους.
Η RAF αμφέβαλλε, σημειώνει στο ημερολόγιο του ο Έντυ, αν η επιφάνεια του αεροδρομίου και τα σημεία προσέγγισης θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των αεροπλάνων και επέμεινε να στείλει έναν ειδικό αξιωματικό, να ελέγξει το γήπεδο και να κάνει τις αναγκαίες προετοιμασίες για την προσγείωση. Τα βρήκε όλα εντάξει.
Ο Έντυ, δυο βδομάδες πριν από τη σημερινή μέρα, είχε έρθει στη Νεράιδα, στο στρατηγείο του Ντένις, να δει τις εργασίες του αεροδρομίου. Ήρθε με αυτοκίνητο, διασχίζοντας χιλιόμετρα μέσα στις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας.
Πρώτη συνάντηση Σιάντου-Άγγλων
Στις 6 Αυγούστου, δηλαδή δυο μέρες πριν τη σημερινή, που περιμένουμε την πρώτη προσγείωση, ο Έντυ ξανάρχεται στη Νεράιδα. Εδώ βρίσκεται ο Γιώργης Σιάντος (Γεν. Γραμματέας του ΚΚΕ), ο Ηλίας Τσιριμώκος της Ε.Λ.Δ. και ιδρυτικό μέλος της Κ.Ε. του ΕΑΜ, ο Πέτρος Ρούσος του Π.Γ. του ΚΚΕ και ο Κώστας Δεσποτόπουλος. Μόλις έφτασαν σήμερα από την Α­θήνα. Ο Έντυ παραξενεύεται. Έχει κανονίσει να πάνε στο Κάι­ρο με το αεροπλάνο τρεις αντιπρόσωποι των τριών αντιστασια­κών οργανώσεων. Ο Ανδρέας Τζήμας (Σαμαρινιώτης) του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ο Κομνηνός Πυρομάγλου του ΕΔΕΣ και ο Γ. Καρτάλης της ΕΚΚΑ.
Όλοι τους βρίσκονται στη Νεράιδα. Απροσδόκητα φθάνει ο Σιάντος με τη συντροφιά του. Μας χαιρετάει όλους στο τυπογραφείο (ήταν εγκατεστημένο στη Νεράιδα) με εγκαρδιότητα. Είναι οι πρώτες του ώρες στην Ελεύθερη Ελλάδα. Τους προϋ­πάντησε ο Τζήμας. «Ο Σιάντος του κάνει αυστηρή παρατήρη­ση, γιατί τόλμησε να σκεφθεί να πάει μόνος του σε αποστολή για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα», όπως γράφει ο Π. Ρούσος («Η μεγάλη πενταετία», τόμος Α, σελ. 392). Ο Έντυ ζήτησε να δει αμέσως τον Σιάντο.


«Διαπίστωσα (γράφει στο βιβλίο του «Η Ελληνική περιπλοκή», σελ. 238) ότι ο Σιάντος, ο αρχηγός τους, είχε την εντύπωση ότι οι Τσιριμώκος, Ρούσος και Δεσποτόπουλος, επρόκειτο να συνοδεύσουν τον Εύμαιο (Τζήμα) στο Κάιρο. Τον ρώτησα από πού είχε βγάλει αυτό το συμπέρασμα, αφού μέχρι τότε μονάχα τον Εύμαιο είχα συμφωνήσει να πάρω μαζί μου. Μου απάντησε ότι είχε λάβει σήμα από το στρατηγείο του, διαμέσου του Καΐρου, σύμφωνα μ το οποίο στο αεροπλάνο υπήρχε χώρος για όσα μέλη θα αποφάσιζε να στείλει η Κ.Ε. Το αρνήθηκα κατηγορηματικά και ήμουν έτοιμος να κατηγορήσω τον Εύμαιο, ότι είχε παραποιήσει την κατάσταση στο σήμα, που, κατά την απουσία μου, είχε ζητήσει απ τον Κρις να στείλουν στην Αθήνα από το Κάιρο, όταν ο Σιάντο έβγαλε από την τσέπη το σήμα που είχε λάβει. Το διάβασε. Όταν μου το μετέφρασαν, κατάλαβα αμέσως ότι με λίγη και — στην περίπτωση του ΕΑΜ — κατάλληλη φαντασία η διατύπωσή του άφηνε περιθώρια παρερμηνείας σχετικά με τον αριθμό των θέσεων της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ».
Ο Σιάντος όμως πάτησε πόδι. Λέει σχετικά ο Π. Ρούσος στο βιβλίο του:
«Με το Σιάντο δηλώσαμε στον Έντυ, πως δε δεχόμαστε άλλοι να καθορίζουν τη σύνθεση της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και πως η αντιπροσωπεία θα αποτελείται από τον Ηλία Τσιριμώ­κο, ηγέτη του εαμικού κόμματος της ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημο­κρατίας), από τον Πέτρο Ρούσο, τότε αναπληρωματικό μέλος του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε. του ΚΚΕ, τον Ανδρέα Τζήμα, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, και τον δικηγόρο Κώστα Δε­σποτόπουλο, πολιτικό και νομικό σύμβουλο του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.
Ύστερα από συνεννόηση με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής έγινε δεκτό να ταξιδέψει η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ-ΕΑΑΣ μαζί με τις άλλες δύο αντιπροσωπείες. Αυτό φαίνεται ξεπερνούσε τα σχέδια των Άγγλων».
Ο Σιάντος δείχνει αυτοπεποίθηση για το ταξίδι στο Κάιρο.
Όταν είχε μπει στην Αθήνα ο Κρις Γουντχάουζ (υπαρχηγός της Αγγλικής Αποστολής) τον Γενάρη του 1943, ο Σιάντος συναντήθηκε μαζί του. Στη συζήτηση που είχαν έγινε λόγος για μια αποστολή αντιπροσωπείας στο εξωτερικό.
Συνέχεια στη συζήτηση εκείνη δίνει ο Έντυ, στις 6 Ιουλίου του 1943, μόλις υπογράφτηκε η συμφωνία υπαγωγής του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο Μέσης Ανατολής.
Και σήμερα, 9 Αυγούστου 1943, είναι η μέρα αναχώρησης της αντιπροσωπείας. Ο Σιάντος λοιπόν δείχνει αυτοπεποίθηση στην πολιτική αυτή και φαίνεται ευχαριστημένος που διευρύνθηκε η αντιπροσωπεία.
Στις λίγες ώρες που μένουν, ώς την προσγείωση και αναχώρηση του αεροπλάνου, ο Π. Ρούσος στο βιβλίο του «Μεγάλη Τετραετία» (σελ. 392 Τ.Α) σημειώνει:
«Γίνεται ανταλλαγή γνωμών ανάμεσα στην αντιπροσωπεία και καθορίζεται, πως συμφέρον του αγώνα είναι η διατήρηση της ενότητας των ανταρτών-αντιπροσώπων, η διεκδίκηση σοβαρής βοήθειας από το εξωτερικό για τις ανάγκες του πολέμου και του πληθυσμού και η καλλιέργεια της ιδέας της ενιαίας κυβέρνησης και ο παραμερισμός των εμποδίων που υπάρχουν στο ζήτημα της ενότητας και πριν απ' όλα το ξεκαθάρισμα του ζητήματος του βασιλιά. Η κάθε οργάνωση θα διατηρούσε φυσικά την αυτονομία της»,
Ο Σιάντος φαίνεται περισσότερο διαχυτικός με τον Τσιριμώ­κο, αλλά γενικά φέρεται με ευγένεια και εγκαρδιότητα απέναντι σε όλη την αντιπροσωπεία.
Τους κάναμε το τραπέζι, στο λίβιγκ-ρουμ της βίλλας, που λειτουργούσε το τυπογραφείο της οργάνωσης της Καρδίτσας.
Ο Σιάντος θυμάται τους αγώνες του στην πόλη αυτή, στα καπνομάγαζα, τους λόγους του στις συγκεντρώσεις. Μας ρωτάει για πρόσωπα και πράγματα. Θα κατέβω στην πόλη, λέει, με πρώτη ευκαιρία.
Έπειτα μας ρωτάει πώς φτιάχτηκε το αεροδρόμιο σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αν είχαμε θύματα από τους μυδραλλιοβολισμούς και πώς ακριβώς λειτουργεί το αεροδρόμιο τη νύχτα, δίχως φώτα. Εσείς, λέει, θα φτιάξετε σιγά - σιγά κι αεροπλάνα.
Βράδυ. Περασμένες 9, στις 9 Αυγούστου 1943. Στο αεροδρόμιο επικρατεί νευρικότητα. Την ασφάλεια του έχει ο ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Φρίξο (Βασίλη Κρομμύδα), ο οποίος κινείται δραστήρια, δίνοντας τις τελευταίες οδηγίες στους αντάρτες και χωρικούς που θα ανάψουν τις φωτιές και τα... «φώτα».
Η νευρικότητα είναι φυσικό να υπάρχει, καθώς πρώτη φορά θα προσγειωθεί αεροπλάνο στο αεροδρόμιο αυτό της ελεύθερης περιοχής της Ελλάδας, κάτω από τη μύτη του εχθρού. Το ερώτημα είναι:
   Θα πετύχει η προσγείωση;
   Θα εξελιχθούν όλα ομαλά;
   Μήπως την ώρα της άφιξής του και της προσγείωσής του (και του λίγου χρόνου που θα μείνει στο έδαφος) εμφανισθούν καταδιωκτικά;
   Μήπως η πίστα δεν λειτουργήσει καλά;
Ερωτήματα που βασανίζουν το μυαλό των υπευθύνων και πά­ρα πέρα, όλων των άλλων που παίρνουμε μέρος σ' αυτό το γεγονός, καθώς απόψε γίνεται η πρώτη δοκιμή.
Η ώρα προχωρεί. Ο βαρύς όγκος της Πίνδου, προς τα δυτικά, διαγράφεται στο λιγοστό φως της φέτας του φεγγαριού. Αεράκι φυσάει και χαϊδεύει τις κορυφές των ελάτων. Οι καστανιές ρίχνουν το δικό τους όγκο, καθώς είναι γεμάτες από κλώνους, πυκνό φύλλωμα και φορτία από κάστανα.
Χωρικοί και αντάρτες παίρνουν τώρα θέση, κατά μήκος των πλευρών του διάδρομου προσγεκοσης. Στέκονται σε απόσταση ο ένας από τον άλλον και κρατάνε στα χέρια τους λάμπες θυέλλης. Είναι σβηστές ακόμη.
> Όταν θα ακουστεί ο βόμβος του αεροπλάνου, η... τεχνολογία της κατοχής θα φωτίσει το διάδρομο. Δεν θα είναι όπως οι χιλιάδες «ήλιοι» των σημερινών αεροδρομίων, αλλά θα είναι το φωτεινό πλαίσιο που θα λάμψει μέσα στην κατοχική νύχτα, πάνω στα ψηλά βουνά της αδούλωτης Ελλάδας, κάτω από τα μάτια και τη μύτη των κατακτητών.
Είναι 10 παρά λίγα λεπτά. Η κατεχόμενη Ελλάδα είναι κλεισμένη στα σπίτια της και ο κατακτητής της πήρε και τα ραδιόφωνα. Όλοι όμως βρίσκουν τρόπο ν' ακούσουν και να μάθουν ειδήσεις.
Εμείς, εδώ πάνω στα βουνά, έχουμε κι αυτό το προνόμιο, που μας το χάρισε ο αγώνας μας, ο αγώνας του λαού. Ακούμε ελεύθερα ειδήσεις. Ο Μουσολίνι έπεσε, οι σύμμαχοι προχωρούν σε όλα τα μέτωπα.
Κοιτάζουμε τα ρολόγια, τεντώνουμε τ' αυτιά, καθώς παρακολουθούμε από ένα ύψωμα. Κάτω από τα μάτια μας ξαπλώνεται η Νευρόπολη. Το πούσι, εξαιτίας της βαλτώδους περιοχής ενός τμήματος της, της «γούρνας της Βαβάς», απλώνεται και το νιώθουμε. Είμαστε και ψηλά. Περιμένουμε.
Η Νευρόπολη είναι για την ώρα ασφαλισμένη στο σκοτάδι. Απόψε θέλει να κρύβεται ακόμη περισσότερο. Και κρύβεται. Η εντολή είναι: Καμιά φωτιά. Ούτε και τσιγάρο, που λέει ο λόγος. Οι Εγγλέζοι έχουν συσκότιση στη βίλλα του Πλαστήρα. Το τυπογραφείο μας βυθίστηκε κι αυτό στο σκοτάδι. Μέτρα πρόνοιας, που παίρναμε πάντοτε αλλά, ιδιαίτερα απόψε, μήπως περάσει κανένα γερμανικό αεροπλάνο, από εκείνα που περιπολούν τα βράδια, και δει φώτα κι ασχοληθεί μ' αυτά, έστω και συμπτωματικά. Απόψε θέλουμε σκοτάδι. Και το έχουμε.
Τώρα ακούγεται από πολύ μακριά βόμβος. Άλλοι τον «πιάνουν», άλλοι όχι. Σε δευτερόλεπτα τον ακούμε όλοι. Το χτυποκάρδι μεγαλώνει. Ο βόμβος γίνεται δυνατός, πιο δυνατός. Και σε λίγο, πάνω από τα κεφάλια μας, μέσα στον αυγουστιάτικο ουρανό, πετάει το αεροπλάνο.
Ξαφνικά, φωτιές ανάβουν στα πλάγια του αεροδρομίου. Το αεροπλάνο κάνει ένα γύρο. Για μια στιγμή φαίνεται ν5 απομακρύνεται. Ξαναγυρίζει.
   Λες νάναι γερμανικό; ψιθυρίζει κάποιος.
   Όχι, επεμβαίνει άλλος, που γνώριζε περισσότερα. Και ξηγεί: Του γίνονται κάποια σήματα από το αεροδρόμιο. Κι αν δεν απαντάει σωστά, οι φωτιές πρέπει να σβήσουν αμέσως
Πριν τελειώσει την κουβέντα του, ο βόμβος ακούγεται χαμηλότερα. Και να, τώρα βλέπουμε να κάνει σήματα. Την ίδια στιγμή ανάβουν οι λάμπες που κρατάνε στα χέρια τους αντάρτες και χωρικοί στα πλάγια του διαδρόμου. Το αεροπλάνο χαμηλώνει και πέφτει μαλακά μέσα στο χώρο του διαδρόμου. Οι λάμπες δεν σβήνουν όλες αμέσως και μιά φωνή λέει: Σβήστε! Τ τηλέφωνο ειδοποιεί: Όλα πήγαν καλά.
Καημένε Φρίξο! Πόσο κουράστηκες και πόσο δούλεψες! Και πόσο θα θέλαμε να γράφεις εσύ αυτές τις σελίδες. Μα δε γίνεται γιατί το Φρίξο θα τον σκοτώσουν οι Γερμανοί λίγους μήνες αργότερα, όταν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις θα φθάσουν στο αεροδρόμιο, για λίγες ώρες, τόσες, όσες χρειάζονταν για να χαθεί η ζωή του παλληκαριού και πολλών άλλων.
Ο Έντυ, που ήταν στο αεροδρόμιο, περιγράφει έτσι την προσγείωση («Η Ελληνική περιπλοκή», σελ. 240):
«Λίγα λεπτά πριν από τις δέκα ακούσαμε στο βάθος τον ήχο ενός αεροσκάφους. Δυο φωτιές, λίγες εκατοντάδες γυάρδες μακριά από το πεδίο προσγείωσης, ήταν τα μόνα προειδοποιητικά σήματα που φαίνονταν από τον αέρα. Το αεροπλάνο πλησίασε διατηρώντας σημαντικό ύψος. Αφήσαμε να μας ξεφύγει ένα "ζήτω", καθώς άρχισε να εκπέμπει φωτεινά σήματα προς το έδαφος.
Χρησιμοποιώντας το φακό του, ο Ρόδερχαμ απάντησε αμέσως και σε λίγο έδινε πληροφορίες για την ταχύτητα του ανέμου και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με τον καιρό. Το αεροσκάφος έδωσε το O.K. και άρχισε να κατεβαίνει. Έκανε έναν πλήρη κύκλο πάνω από το ξέφωτο και μετά απομακρύνθηκε προκειμένου να επιχειρήσει την τελική προσέγγιση.
Καθώς απομακρυνόταν, ο Ρόδερχαμ έδωσε σήμα με το φακό του, σ' αυτούς που περίμεναν στο έδαφος και σχεδόν ταυτόχρονα οι είκοσι τέσσερις αντάρτες που βρίσκονταν ξαπλωμένοι, δώδεκα από κάθε πλευρά, κατά μήκος του γηπέδου, άναψαν τις λάμπες πετρελαίου που είχαν μπροστά τους.
Το πεδίο προσγείωσης διαγραφόταν τώρα καθαρά και προσευχήθηκα, για ένα τέταρτο τουλάχιστον της ώρας, να μη φανεί κανένα εχθρικό αεροσκάφος.
Είχαμε όλοι συγκεντρωθεί στην πλευρά του τέρματος του πεδίου προσγείωσης. Η Ντακότα χύθηκε προς τα κάτω και το μαύρο της σχήμα πρόβαλε ξάφνου από το σκοτάδι. Για μια στιγμή φάνηκε να ξεπερνάει το σημείο που θάπρεπε να ακουμπήσει στο έδαφος, αλλά διακόσιες πενήντα γυάρδες από μας την είδαμε να πατάει ομαλά και να προσγειώνεται. Καθώς περνούσε από το γήπεδο, οι λάμπες των ανταρτών έσβηναν πίσω της και όταν τελικά σταμάτησε δεν είχε απομείνει κανένα φως αναμμένο, εκτός από τον φακό του Ρόδερχαμ. Ανάπνευσα μ' ανακούφιση γι' άλλη μια φορά.
Το αεροσκάφος είχε κάμει προπαρασκευαστικό ημικύκλιο και ερχόταν προς το μέρος μας, όταν ακούσαμε τον πιλότο να βάζει πάλι σε κίνηση τη μηχανή. Για κακή του τύχη, καθώς έπαιρνε τη στροφή, πάτησε πάνω σε μια από τις τάφρους που είχαν καλύψει οι εργάτες του Ντένις και ο ένας από τους τροχούς του αεροσκάφους βυθίστηκε στο μαλακό χώμα, στιγμιαία ευτυχώς, γιατί μαρσάροντας τη μηχανή ο πιλότος κατάφερε να τον ανασύρει. Φτάνοντας σε μας το αεροσκάφος, έκανε πάλι στροφή και σταμάτησε, με τις μηχανές του ακόμα αναμμένες, έτοιμο για την απογείωση. Καθώς σταματούσε, κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν δέκα και ένα, δηλαδή είχε καθυστέρηση ενός λεπτού.
Μέσα στα επόμενα έντεκα λεπτά, είχαμε ξεφορτώσει μια ομάδα νεοφερμένων και μερικά εφόδια που είχε φέρει η Ντακότα.
Ο πιλότος με πληροφόρησε, πως μπορούσε να πάρει εύκολα τους τρεις πρόσθετους αντιπρόσωπους του ΕΑΜ και είχαμε όλοι μπει στο αεροσκάφος. Στις δέκα και είκοσι απογειωνόμαστε και σε μερικά λεπτά κατευθυνόμαστε προς την Αίγυπτο. Έξι ώρες αργότερα, ύστερα από ένα ομαλότατο ταξίδι, προσγειωνόμαστε σ' ένα αεροδρόμιο έξω από το Κάιρο».
Ο Πέτρος Ρούσος περιγράψει κι αυτός στο βιβλίο του «Μεγάλη Τετραετία» τις στιγμές εκείνες έτσι:
«Στην κανονισμένη ώρα, το πετάμενο, ένα πολεμικό μεταγωγικό τύπου "Ντακότα", ύστερα από λίγες βόλτες, προσγειώθηκε με καταπληκτική επιτυχία. Για πότε ξεφόρτωσε μπάλες φορτίο, για πότε επιβιβαστήκαμε, καμιά δεκαριά και παραπάνω Έλληνες και Άγγλοι με τον ταξίαρχο Έντυ και τον ταγματάρχη Ουάλλα ούτε που καταλάβαμε. Απογειωθήκαμε. Όλη η διαδικασία του ξεφορτώματος, επιβίβασης και απογείωσης, δε θα κράτησε πάνω από λίγα λεπτά της ώρας. Θαύμαζες την ακρίβεια και την ταχύτητα της πολεμικής μηχανής.
Η αυλαία της αερογέφυρας Βουνού-Μέσης Ανατολής, η μοιραία για το ΕΑΜ αερογέφυρα, άνοιξε.


**        Ο Απόστολος Στρογγυλής γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1919. Φοίτησε στο Γυμνάσιο της και στην προτελευταία τάξη αποβλήθηκε «διαπαντός», για συμμετοχή στη μεγάλη μαθητική απεργία (1937). Σαν φοιτητής, ανέπτυξε πολιτιστική και δημοσιογραφική δράση. Πήρε μέρος στην Αντίσταση, στα πλαίσια του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), από τις πρώτες μέρες της κατοχής, παραμερίζοντας τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Νωρίς, καταζητήθηκε από τους Ιταλούς, διέφυγε τη σύλληψη και πέρασε στην παρανομία. Διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης στην πόλη της Καρδίτσας και αργότερα του Βόλου, όπου και διαπραγματεύθηκε με το Γερμανό φρούραρχο Κράους την παράδοση της φρουράς, που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή. Στην Καρδίτσα, όπου υπήρξε πρωτεύουσα της Ελεύθερης Ελλάδας στην κατοχή, εκλέχτηκε το 1943 στη Λαϊκή Επιτροπή (Δημοτικό Συμβούλιο) στις εκλογές που έγιναν στα πλαίσια του θεσμού της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Συνελήφθη το 194ό στο Βόλο, για την αντιστασιακή του δράση και έμεινε 7 χρόνια στις φυλακές και εξορίες (Ικαρία, Μακρόνησο, Άη Στράτη). Από το 1953 και για 15 χρόνια (ώς τη δικτατορία) ήταν οικονομικός συντάκτης της «Αυγής». Συνεργάστηκε με τον Ηλία Ηλιού, τον Νίκο Κιτσίκη και άλλους στην έκδοση του βιβλίου «Η Θύελλα της ΕΟΚ». Μέλος της Ένωσης Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και υπήρξε, για χρόνια, μέλος του Μικτού Συμβουλίου της Ένωσης. Πέθανε στις 7/3/2002 σε ηλικία 83 ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου